τουρλού

τουρλού
το тушёные овощи;

§ τουρλού τουρλού вперемешку, без разбора


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "τουρλού" в других словарях:

  • τουρλού — το, Ν 1. φαγητό τού φούρνου με πολλά λαχανικά, κυρίως καλοκαιρινά 2. φρ. «τουρλού τουρλού» ανάκατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. turlu] …   Dictionary of Greek

  • τουρλού — το άκλ. (λ. τουρκ.) 1. φαγητό του φούρνου από ανάμειχτα λαχανικά. 2. φρ., «τουρλού τουρλού», λογής λογής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»